ελευθεροκοινωνία
•
- ναυτικός όροςη ελευθερία που λαμβάνουν οι επιβάτες πλοίου να αποβιβαστούν σε λιμάνι, μετά από σχετική άδεια των λιμενικών υγειονομικών αρχών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελευθεροκοινωνία < ελεύθερος + -ο- + κοινωνία ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική pratique)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελευθεροκοινωνία | ελευθεροκοινωνίες |
| Γενική | ελευθεροκοινωνίας | ελευθεροκοινωνιών |
| Αιτιατική | ελευθεροκοινωνία | ελευθεροκοινωνίες |
| Κλητική | ελευθεροκοινωνία | ελευθεροκοινωνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →