Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελευθερόστομος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μιλά με ελευθεροστομία ή χαρακτηρίζεται απ’ αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελευθερόστομος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐλευθερόστομος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελευθερόστομοςελευθερόστομηελευθερόστομο
Γενικήελευθερόστομουελευθερόστομηςελευθερόστομου
Αιτιατικήελευθερόστομοελευθερόστομηελευθερόστομο
Κλητικήελευθερόστομεελευθερόστομηελευθερόστομο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελευθερόστομοιελευθερόστομεςελευθερόστομα
Γενικήελευθερόστομωνελευθερόστομωνελευθερόστομων
Αιτιατικήελευθερόστομουςελευθερόστομεςελευθερόστομα
Κλητικήελευθερόστομοιελευθερόστομεςελευθερόστομα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →