ελεφαντίαση
•
- ιατρική: πάθηση - ανωμαλία του ανθρώπινου λεμφικού συστήματος με συνέπεια τη διόγκωση των πέριξ αυτού ιστών σε βαθμό που θυμίζουν ελεφάντινες διαστάσεις, εξ ου και η ονομασία της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελεφαντίαση < ελέφαντας + -ίαση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελεφαντίαση | ελεφαντιάσεις |
| Γενική | ελεφαντίασης | ελεφαντιάσεων |
| Αιτιατική | ελεφαντίαση | ελεφαντιάσεις |
| Κλητική | ελεφαντίαση | ελεφαντιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →