ελεύθερη πτώση
•
- η ανεμπόδιστη πτώση, η κίνηση που εκτελεί ένα σώμα όταν σ' αυτό ασκείται μόνο η δύναμη της βαρύτητας Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάθε πτώση ή πτωτική τάση που μοιάζει ανεξέλεγκτη και ασταμάτητη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Βλέπε τις λέξεις ελεύθερος και πτώση.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →