ελεύθερος επαγγελματίας
•
- άτομο το οποίο καθορίζει τις εργασιακές συνθήκες μόνο του, χωρίς να έχει εργοδότη Βικιλεξικό
- Mικρότερες επιβαρύνσεις για τους ελεύθερους επαγγελματίες, φέρνει το φορολογικό νομοσχέδιο μετά τις αλλαγές στις οποίες προχώρησε το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας που καθιστά πιο «ήπιο» τον νέο τεκμαρτό τρόπο φορολόγησής τoυς.
Ετυμολογία
ελεύθερος επαγγελματίας < → δείτε τις λέξεις ελεύθερος και επαγγελματίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελεύθερος επαγγελματίας | ελεύθεροι επαγγελματίες |
| Γενική | ελεύθερου επαγγελματία | ελεύθερων επαγγελματιών |
| Αιτιατική | ελεύθερο επαγγελματία | ελεύθερους επαγγελματίες |
| Κλητική | ελεύθερε επαγγελματία | ελεύθεροι επαγγελματίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →