Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελεώ

ρήμα
•
  1. δίνω ελεημοσύνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελεώ < αρχαία ελληνική ἐλεέω, -ῶ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ελέω

πρόθεση
•
  1. καταχρηστική πρόθεση / επίρρημα + γενικήγια δήλωση αιτίας ή παράγοντα από τον οποίο εξαρτάται κάτι, συνήθως με χροιά ειρωνική ή υποδηλωτική ευνοϊκής ή δυσμενούς συγκυρίας Βικιλεξικό
    • Θερμοκρασίες «φωτιά» στην Ασία ελέω κλιματικής αλλαγής (www.efsyn.gr, 01.06.2023

Ετυμολογία

ελέω < αρχαία ελληνική ἐλέῳ < ἔλεος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →