ελικοπτεράκι
•
- υποκοριστικό του ελικόπτερο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελικοπτεράκι < ελικόπτερο + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελικοπτεράκι | ελικοπτεράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ελικοπτεράκι | ελικοπτεράκια |
| Κλητική | ελικοπτεράκι | ελικοπτεράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →