Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελικοπτεροφόρο

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςπολεμικό πλοίο που μεταφέρει ελικόπτερα τα οποία και αποτελούν τα επιχειρησιακά του μέσα Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςκάθε τύπος πλοίου που διαθέτει ελικόπτερο στον μόνιμο εξοπλισμό του (π.χ. ναυαγοσωστικό, θαλαμηγός, επιστημονικών ερευνών κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελικοπτεροφόρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ελικοπτεροφόρος < ελικόπτερ(ο) + -φόρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελικοπτεροφόροελικοπτεροφόρα
Γενικήελικοπτεροφόρουελικοπτεροφόρων
Αιτιατικήελικοπτεροφόροελικοπτεροφόρα
Κλητικήελικοπτεροφόροελικοπτεροφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →