ελικοτόμος
•
- εργαλείοεργαλείο για τη διάνοιξη εσωτερικών σπειρωμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελικοτόμος < έλικα + -ο- + -τόμος < αρχαία ελληνική ἕλιξ + τέμνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελικοτόμος | ελικοτόμοι |
| Γενική | ελικοτόμου | ελικοτόμων |
| Αιτιατική | ελικοτόμο | ελικοτόμους |
| Κλητική | ελικοτόμε | ελικοτόμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →