Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελικοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που φέρει έλικα Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςαυτός που κινείται με έλικα Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικά: μηχανοκίνητο μέσον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελικοφόρος < έλικ(α) + -ο- + -φόρος < φέρω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελικοφόροςελικοφόραελικοφόρο
Γενικήελικοφόρουελικοφόραςελικοφόρου
Αιτιατικήελικοφόροελικοφόραελικοφόρο
Κλητικήελικοφόρεελικοφόραελικοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελικοφόροιελικοφόρεςελικοφόρα
Γενικήελικοφόρωνελικοφόρωνελικοφόρων
Αιτιατικήελικοφόρουςελικοφόρεςελικοφόρα
Κλητικήελικοφόροιελικοφόρεςελικοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →