Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελικωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει τη μορφή έλικας Βικιλεξικό
  2. (αρχαιολογία, κεραμική ελικωτός κρατήρας: κρατήρας με λαβές σε σχήμα έλικας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελικωτός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἑλικωτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελικωτόςελικωτήελικωτό
Γενικήελικωτούελικωτήςελικωτού
Αιτιατικήελικωτόελικωτήελικωτό
Κλητικήελικωτέελικωτήελικωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελικωτοίελικωτέςελικωτά
Γενικήελικωτώνελικωτώνελικωτών
Αιτιατικήελικωτούςελικωτέςελικωτά
Κλητικήελικωτοίελικωτέςελικωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →