ελκυστικότητα
•
- το να είναι κάποιος ελκυστικός, η ιδιότητα του ελκυστικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελκυστικότητα < ελκυστικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελκυστικότητα | ελκυστικότητες |
| Γενική | ελκυστικότητας | ελκυστικοτήτων |
| Αιτιατική | ελκυστικότητα | ελκυστικότητες |
| Κλητική | ελκυστικότητα | ελκυστικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →