Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελκωματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με ελκώματα, αναφέρεται σ’ αυτά ή τα προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελκωματικός < ελληνιστική κοινή ἑλκωματικός < ἕλκωμα < αρχαία ελληνική ἕλκος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελκωματικόςελκωματικήελκωματικό
Γενικήελκωματικούελκωματικήςελκωματικού
Αιτιατικήελκωματικόελκωματικήελκωματικό
Κλητικήελκωματικέελκωματικήελκωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελκωματικοίελκωματικέςελκωματικά
Γενικήελκωματικώνελκωματικώνελκωματικών
Αιτιατικήελκωματικούςελκωματικέςελκωματικά
Κλητικήελκωματικοίελκωματικέςελκωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →