ελκόμενος
•
- που έλκεται Βικιλεξικό
- σπάνιοπου ελκύεται Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ελκυόμενος
- θρησκείαστην εκκλησιαστική χρήση, αναφέρεται στον Χριστό κατά την πορεία προς τη σταύρωση και, (κατ’ επέκταση), στο σχετικό αγιογραφικό θέμα ή παράσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελκόμενος < αρχαία ελληνική ἑλκόμενος < ἕλκω
Άλλοι τύποι
ελκόμεναελκόμενεελκόμενεςελκόμενηελκόμενηςελκόμενοελκόμενοιελκόμενοςελκόμενουελκόμενουςελκόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →