Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελκόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έλκεται Βικιλεξικό
  2. σπάνιοπου ελκύεται Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: ελκυόμενος
  3. θρησκείαστην εκκλησιαστική χρήση, αναφέρεται στον Χριστό κατά την πορεία προς τη σταύρωση και, (κατ’ επέκταση), στο σχετικό αγιογραφικό θέμα ή παράσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελκόμενος < αρχαία ελληνική ἑλκόμενος < ἕλκω

Άλλοι τύποι

ελκόμεναελκόμενεελκόμενεςελκόμενηελκόμενηςελκόμενοελκόμενοιελκόμενοςελκόμενουελκόμενουςελκόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →