Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελλέβορος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βοτανικήπολυετές φυτό με τοξικές ιδιότητες, που χρησιμοποιόταν για θεραπευτικούς λόγους Βικιλεξικό
    • Παραθέτοντας τα στοιχεία της μελέτης (...) ισχυρίζονται ότι ο μέγας στρατηλάτης είναι πιθανόν να δηλητηριάστηκε από το γνωστό στην αρχαιότητα φυτό ελλέβορος. (...) Το δηλητηριώδες φυτό ελλέβορος το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ως βότανο κατά του εμετού. Σε μεγαλύτερη ποσότητα μπορούσε να επιφέρει βραδύ θάνατο. (enet.gr)

Ετυμολογία

ελλέβορος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑλλέβορος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελλέβοροςελλέβοροι
Γενικήελλέβορουελλέβορων
Αιτιατικήελλέβοροελλέβορους
Κλητικήελλέβορεελλέβοροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →