ελλαδίτικος
•
- που έχει σχέση με την ελληνική επικράτεια, τα όρια του ελληνικού κράτους Βικιλεξικό
- Πιάτο της γιορτής από τα τέλη κιόλας του 19^(ου) αιώνα, το πολίτικο, αλλά και το ελλαδίτικο ροσμπίφ φορά την κόκκινη σάλτσα της ντομάτας και παντρεύεται με χοντρό μακαρόνι, αγνοώντας τη μέτρια ψημένη με αρωματικά στον φούρνο εκδοχή του εγγλέζου προγόνου του. (εφ. Το Βήμα, 22.12.2011)
Ετυμολογία
ελλαδίτικος < Ελλαδίτης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ελλαδίτικος | ελλαδίτικη | ελλαδίτικο |
| Γενική | ελλαδίτικου | ελλαδίτικης | ελλαδίτικου |
| Αιτιατική | ελλαδίτικο | ελλαδίτικη | ελλαδίτικο |
| Κλητική | ελλαδίτικε | ελλαδίτικη | ελλαδίτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ελλαδίτικοι | ελλαδίτικες | ελλαδίτικα |
| Γενική | ελλαδίτικων | ελλαδίτικων | ελλαδίτικων |
| Αιτιατική | ελλαδίτικους | ελλαδίτικες | ελλαδίτικα |
| Κλητική | ελλαδίτικοι | ελλαδίτικες | ελλαδίτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →