ελλείπων
•
- λόγιοαυτός που λείπει από κάπου, που δεν βρίσκεται εκεί όπου θα έπρεπε Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ελλείποντας
Ετυμολογία
ελλείπων < αρχαία ελληνική ἐλλείπων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἐλλείπω
Άλλοι τύποι
ελλείπονελλείπονταελλείπονταςελλείποντεςελλείποντοςελλείπουσαελλείπουσαςελλείπουσεςελλείπωνελλειπουσώνελλειπούσηςελλειπόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →