ελληνίζω
•
- μιμούμαι τον ελληνικό τρόπο, όσον αφορά τη γλώσσα, τα ήθη κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελληνίζω < αρχαία ελληνική ἑλληνίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ελληνίζω | ελληνίζεις | ελληνίζει | ελληνίζουμε | ελληνίζετε | ελληνίζουν / ελληνίζουνε |
| Παρατατικός | ελλήνιζα | ελλήνιζες | ελλήνιζε | ελληνίζαμε | ελληνίζατε | ελλήνιζαν / ελληνίζαν / ελληνίζανε |
| Αόριστος | ελλήνισα | ελλήνισες | ελλήνισε | ελληνίσαμε | ελληνίσατε | ελλήνισαν / ελληνίσαν / ελληνίσανε |
| Μέλλοντας | θα ελληνίζω / θα ελληνίσω | θα ελληνίζεις / θα ελληνίσεις | θα ελληνίζει / θα ελληνίσει | θα ελληνίζουμε / θα ελληνίσουμε | θα ελληνίζετε / θα ελληνίσετε | θα ελληνίζουν / θα ελληνίζουνε / θα ελληνίσουν / θα ελληνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ελληνίσει | έχεις ελληνίσει | έχει ελληνίσει | έχουμε ελληνίσει | έχετε ελληνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ελληνίσει | είχες ελληνίσει | είχε ελληνίσει | είχαμε ελληνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ελληνίσει / να ελληνίζω / να ελληνίσω | να έχεις ελληνίσει / να ελληνίζεις / να ελληνίσεις | να έχει ελληνίσει / να ελληνίζει / να ελληνίσει | να έχουμε ελληνίσει / να ελληνίζουμε / να ελληνίσουμε | να έχετε ελληνίσει / να ελληνίζετε / να ελληνίσετε | να ελληνίζουν / να ελληνίζουνε / να ελληνίσουν / να ελληνίσουνε |
| Προστακτική | — | ελλήνιζε / ελλήνισε | — | — | ελληνίζετε / ελληνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →