Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελληνικό σχολείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εκπαίδευσηόρος που χρησιμοποιήθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και έως τον 19^ο αιώνα, για να περιγράψει τη δευτεροβάθμια βαθμίδα εκπαίδευσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελληνικό σχολείο < → δείτε τις λέξεις ελληνικό και σχολείο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελληνικό σχολείοελληνικά σχολεία
Γενικήελληνικού σχολείουελληνικών σχολείων
Αιτιατικήελληνικό σχολείοελληνικά σχολεία
Κλητικήελληνικό σχολείοελληνικά σχολεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →