Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελληνοαγγλικός

/e.li.no.aŋ.ɡliˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ελληνικός και αγγλικός Βικιλεξικό
  2. λεξικογραφίαχαρακτηρισμός Βικιλεξικό
  3. λεξικογραφίαχαρακτηρισμός Βικιλεξικό
    • αντίστροφο: αγγλοελληνικός

Ετυμολογία

ελληνοαγγλικός < ελληνο- + αγγλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελληνοαγγλικόςελληνοαγγλικήελληνοαγγλικό
Γενικήελληνοαγγλικούελληνοαγγλικήςελληνοαγγλικού
Αιτιατικήελληνοαγγλικόελληνοαγγλικήελληνοαγγλικό
Κλητικήελληνοαγγλικέελληνοαγγλικήελληνοαγγλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελληνοαγγλικοίελληνοαγγλικέςελληνοαγγλικά
Γενικήελληνοαγγλικώνελληνοαγγλικώνελληνοαγγλικών
Αιτιατικήελληνοαγγλικούςελληνοαγγλικέςελληνοαγγλικά
Κλητικήελληνοαγγλικοίελληνοαγγλικέςελληνοαγγλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →