Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελληνοδιδασκάλισσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοθηλυκό του ελληνοδιδάσκαλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελληνοδιδασκάλισσα < ελληνοδιδάσκαλος + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελληνοδιδασκάλισσαελληνοδιδασκάλισσες
Γενικήελληνοδιδασκάλισσαςελληνοδιδασκαλισσών
Αιτιατικήελληνοδιδασκάλισσαελληνοδιδασκάλισσες
Κλητικήελληνοδιδασκάλισσαελληνοδιδασκάλισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →