Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελληνοκυπριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τους Ελληνοκύπριους ή αναφέρεται σʼ αυτούς Βικιλεξικό
  2. που αφορά τις σχέσεις και τα κοινά ζητήματα Ελλάδας και Κύπρου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελληνοκυπριακός < Ελληνοκύπριος + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελληνοκυπριακόςελληνοκυπριακήελληνοκυπριακό
Γενικήελληνοκυπριακούελληνοκυπριακήςελληνοκυπριακού
Αιτιατικήελληνοκυπριακόελληνοκυπριακήελληνοκυπριακό
Κλητικήελληνοκυπριακέελληνοκυπριακήελληνοκυπριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελληνοκυπριακοίελληνοκυπριακέςελληνοκυπριακά
Γενικήελληνοκυπριακώνελληνοκυπριακώνελληνοκυπριακών
Αιτιατικήελληνοκυπριακούςελληνοκυπριακέςελληνοκυπριακά
Κλητικήελληνοκυπριακοίελληνοκυπριακέςελληνοκυπριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →