ελληνοποίηση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ελληνοποιώ· η τροποποίηση ξενικών ή ξένων λέξεων βάσει ελληνικών καταλήξεων, ηχητικής και ακουσμάτων Βικιλεξικό
- η μετονομασία προέλευσης τροφών Βικιλεξικό
- Η ελληνοποίηση κρεάτων θεωρείται κακούργημα κατά της ζωής και της δημόσιας υγείας όταν υπάρχει απαγόρευση εισόδου τους απ' την αποκρυμμένη χώρα.
Ετυμολογία
ελληνοποίηση < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική hellénisation ή την αγγλική Hellenization. Μορφολογικά αναλύεται σε ελληνοποιώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελληνοποίηση | ελληνοποιήσεις |
| Γενική | ελληνοποίησης | ελληνοποιήσεων |
| Αιτιατική | ελληνοποίηση | ελληνοποιήσεις |
| Κλητική | ελληνοποίηση | ελληνοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →