Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελληνοποίηση

/e.li.noˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ελληνοποιώ· η τροποποίηση ξενικών ή ξένων λέξεων βάσει ελληνικών καταλήξεων, ηχητικής και ακουσμάτων Βικιλεξικό
  2. η μετονομασία προέλευσης τροφών Βικιλεξικό
    • Η ελληνοποίηση κρεάτων θεωρείται κακούργημα κατά της ζωής και της δημόσιας υγείας όταν υπάρχει απαγόρευση εισόδου τους απ' την αποκρυμμένη χώρα.

Ετυμολογία

ελληνοποίηση < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική hellénisation ή την αγγλική Hellenization. Μορφολογικά αναλύεται σε ελληνοποιώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελληνοποίησηελληνοποιήσεις
Γενικήελληνοποίησηςελληνοποιήσεων
Αιτιατικήελληνοποίησηελληνοποιήσεις
Κλητικήελληνοποίησηελληνοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →