Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελληνοτουρκισμός

ουσιαστικό
•
  1. πολιτισμική, γλωσσική και κοινωνική όσμωση μεταξύ του ελληνισμού και του τουρκισμού, η οποία διαμορφώθηκε κυρίως από τον 11ο αιώνα και εξής μέσω της μακρόχρονης συνύπαρξης των δύο λαών Βικιλεξικό
  2. πολιτική και ιδεολογική αντίληψη που οραματίζεται τη δημιουργία μιας ενιαίας ελληνοτουρκικής κρατικής οντότητας ή μιας νέας ανατολικομεσογειακής αυτοκρατορίας, βασισμένης στη συνεργασία ή την πολιτική ένωση Ελλήνων και Τούρκων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελληνοτουρκισμόςελληνοτουρκισμοί
Γενικήελληνοτουρκισμούελληνοτουρκισμών
Αιτιατικήελληνοτουρκισμόελληνοτουρκισμούς
Κλητικήελληνοτουρκισμέελληνοτουρκισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →