ελληνοτουρκισμός
•
- πολιτισμική, γλωσσική και κοινωνική όσμωση μεταξύ του ελληνισμού και του τουρκισμού, η οποία διαμορφώθηκε κυρίως από τον 11ο αιώνα και εξής μέσω της μακρόχρονης συνύπαρξης των δύο λαών Βικιλεξικό
- πολιτική και ιδεολογική αντίληψη που οραματίζεται τη δημιουργία μιας ενιαίας ελληνοτουρκικής κρατικής οντότητας ή μιας νέας ανατολικομεσογειακής αυτοκρατορίας, βασισμένης στη συνεργασία ή την πολιτική ένωση Ελλήνων και Τούρκων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελληνοτουρκισμός | ελληνοτουρκισμοί |
| Γενική | ελληνοτουρκισμού | ελληνοτουρκισμών |
| Αιτιατική | ελληνοτουρκισμό | ελληνοτουρκισμούς |
| Κλητική | ελληνοτουρκισμέ | ελληνοτουρκισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →