ελληνοφωνία
•
- η ομιλία στη ελληνική γλώσσα, η γνώση των ελληνικών Βικιλεξικό
- Το μεγαλείο της ελληνοφωνίας είναι εμφανές σε συναντήσεις και συνέδρια όπου ένας Ρώσος μιλάει ελληνικά
Ετυμολογία
ελληνοφωνία < ελληνο- + -φωνία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελληνοφωνία | — |
| Γενική | ελληνοφωνίας | — |
| Αιτιατική | ελληνοφωνία | — |
| Κλητική | ελληνοφωνία | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →