ελλογιμότατος
•
- αρχαιοπρεπέςυπερθετικός βαθμός του ελλόγιμος Βικιλεξικό
- προσφώνησητιμητική προσφώνηση προς επιστήμονα (π.χ. κατά την παρουσίασή του σε κοινό / ομιλία / πρόγραμμα ομιλιών) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελλογιμότατος < ελλόγιμ(ος) + -ότατος < αρχαία ελληνική ἐλλογιμώτατος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ελλογιμότατος | ελλογιμότατη | ελλογιμότατο |
| Γενική | ελλογιμότατου | ελλογιμότατης | ελλογιμότατου |
| Αιτιατική | ελλογιμότατο | ελλογιμότατη | ελλογιμότατο |
| Κλητική | ελλογιμότατε | ελλογιμότατη | ελλογιμότατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ελλογιμότατοι | ελλογιμότατες | ελλογιμότατα |
| Γενική | ελλογιμότατων | ελλογιμότατων | ελλογιμότατων |
| Αιτιατική | ελλογιμότατους | ελλογιμότατες | ελλογιμότατα |
| Κλητική | ελλογιμότατοι | ελλογιμότατες | ελλογιμότατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →