Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελλογιμότατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςυπερθετικός βαθμός του ελλόγιμος Βικιλεξικό
  2. προσφώνησητιμητική προσφώνηση προς επιστήμονα (π.χ. κατά την παρουσίασή του σε κοινό / ομιλία / πρόγραμμα ομιλιών) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελλογιμότατος < ελλόγιμ(ος) + -ότατος < αρχαία ελληνική ἐλλογιμώτατος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελλογιμότατοςελλογιμότατηελλογιμότατο
Γενικήελλογιμότατουελλογιμότατηςελλογιμότατου
Αιτιατικήελλογιμότατοελλογιμότατηελλογιμότατο
Κλητικήελλογιμότατεελλογιμότατηελλογιμότατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελλογιμότατοιελλογιμότατεςελλογιμότατα
Γενικήελλογιμότατωνελλογιμότατωνελλογιμότατων
Αιτιατικήελλογιμότατουςελλογιμότατεςελλογιμότατα
Κλητικήελλογιμότατοιελλογιμότατεςελλογιμότατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →