Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελλογιμώτατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςαρχαία γραφή του ελλογιμότατος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελλογιμώτατος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐλλογιμώτατος, υπερθετικός βαθμός του ἐλλόγιμος < ἔλλογος < ἐν + λόγος / λέγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελλογιμώτατοςελλογιμωτάτη / ελλογιμώτατηελλογιμώτατο
Γενικήελλογιμωτάτου / ελλογιμώτατουελλογιμωτάτης / ελλογιμώτατηςελλογιμωτάτου / ελλογιμώτατου
Αιτιατικήελλογιμώτατοελλογιμωτάτη / ελλογιμώτατηελλογιμώτατο
Κλητικήελλογιμώτατεελλογιμωτάτη / ελλογιμώτατηελλογιμώτατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελλογιμώτατοιελλογιμώτατεςελλογιμώτατα
Γενικήελλογιμωτάτων / ελλογιμώτατωνελλογιμωτάτων / ελλογιμώτατωνελλογιμωτάτων / ελλογιμώτατων
Αιτιατικήελλογιμωτάτους / ελλογιμώτατουςελλογιμώτατεςελλογιμώτατα
Κλητικήελλογιμώτατοιελλογιμώτατεςελλογιμώτατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →