ελλοχεύω
•
- παραμονεύω, καραδοκώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι κακό που είναι κρυμμένο, που υποβόσκει ή υφέρπει κι είναι έτοιμο να εκδηλωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελλοχεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐλλοχ(ῶ) ( < ἐν- + -λοχῶ < λόχος) + -εύω, ενδεχομένως κατά το παραμονεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →