ελονοσία
•
- ιατρικήη λοιμώδης ασθένεια που μεταβιβάζεται από τα κουνούπια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελονοσία < απόδοση για τη γαλλική paludisme (έλος) ελο- + νόσ(ος) + -ία < αρχαία ελληνική ἕλος + νόσος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελονοσία | ελονοσίες |
| Γενική | ελονοσίας | ελονοσιών |
| Αιτιατική | ελονοσία | ελονοσίες |
| Κλητική | ελονοσία | ελονοσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →