Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελπίς

/elˈpis/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ελπίδα Βικιλεξικό
    • […] είπε με επίσημο ύφος: — Δεν υπάρχει πλέον ελπίς! Έτσι κι αυτός τώρα, είχε φτάσει στο σημείο να λέει: — Δεν υπάρχει πλέον ελπίς! Του φάνηκε φοβερό που ήτανε χωρίς ελπίδα.

Ετυμολογία

ελπίς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐλπίς - συγκρίνετε με το κληρονομένο ελπίδα

Άλλοι τύποι

ἐλπίς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →