Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελυτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το έργο του Ελύτη, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελυτικός < Ελύτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελυτικόςελυτικήελυτικό
Γενικήελυτικούελυτικήςελυτικού
Αιτιατικήελυτικόελυτικήελυτικό
Κλητικήελυτικέελυτικήελυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελυτικοίελυτικέςελυτικά
Γενικήελυτικώνελυτικώνελυτικών
Αιτιατικήελυτικούςελυτικέςελυτικά
Κλητικήελυτικοίελυτικέςελυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →