εμίζω
•
- ιδιωματικόγεμίζω^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμίζω < • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; αρχαία ελληνική γέμω > γεμίζω ή γεμόζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμίζω | εμίζεις | εμίζει | εμίζουμε | εμίζετε | εμίζουν / εμίζουνε |
| Παρατατικός | έμιζα | έμιζες | έμιζε | εμίζαμε | εμίζατε | έμιζαν / εμίζαν / εμίζανε |
| Αόριστος | έμισα | έμισες | έμισε | εμίσαμε | εμίσατε | έμισαν / εμίσαν / εμίσανε |
| Μέλλοντας | θα εμίζω / θα εμίσω | θα εμίζεις / θα εμίσεις | θα εμίζει / θα εμίσει | θα εμίζουμε / θα εμίσουμε | θα εμίζετε / θα εμίσετε | θα εμίζουν / θα εμίζουνε / θα εμίσουν / θα εμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εμίσει | έχεις εμίσει | έχει εμίσει | έχουμε εμίσει | έχετε εμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμίσει | είχες εμίσει | είχε εμίσει | είχαμε εμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εμίσει / να εμίζω / να εμίσω | να έχεις εμίσει / να εμίζεις / να εμίσεις | να έχει εμίσει / να εμίζει / να εμίσει | να έχουμε εμίσει / να εμίζουμε / να εμίσουμε | να έχετε εμίσει / να εμίζετε / να εμίσετε | να εμίζουν / να εμίζουνε / να εμίσουν / να εμίσουνε |
| Προστακτική | — | έμιζε / έμισε | — | — | εμίζετε / εμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →