εμβέλεια
•
- το (μέγιστο) διάστημα που μπορεί να καλύψει (αποτελεσματικά) η βολή ενός όπλου Βικιλεξικό
- το (μέγιστο) διάστημα που μπορεί να καλύψει (αποτελεσματικά) ένα ραδιοτηλεοπτικό σήμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη απήχηση που έχει κάποιος ή κάτι Βικιλεξικό
- Αναγνωρίστηκε γενικά ο καταλυτικός ρόλος των ΜΜΕ, διευρύνθηκε η εμβέλεια της επιστήμης της πολιτικής επικοινωνίας, αναβαθμίστηκαν τα επαγγέλματα των πολιτικών συμβούλων και ψιμυθιολόγων (Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Νοεμβρίου 2008, https://www.tovima.gr/2008/11/24/opinions/poy-paei-i-politiki/)
- προγραμματισμόςscope: η περιοχή του προγράμματος όπου μια οντότητα (μεταβλητή, συνάρτηση, κλάση, κλπ) είναι προσβάσιμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβέλεια < (ελληνιστική κοινή) < ἐν + αρχαία ελληνική βέλος < βάλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβέλεια | εμβέλειες |
| Γενική | εμβέλειας | εμβελειών |
| Αιτιατική | εμβέλεια | εμβέλειες |
| Κλητική | εμβέλεια | εμβέλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →