εμβαδόν
•
- γεωμετρίαη έκταση μιας επιφάνειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβαδόν < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐμβαδόν < εμ- + αρχαία ελληνική ἐμβαίνω < ἐν + βαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβαδόν | εμβαδά |
| Γενική | εμβαδού | εμβαδών |
| Αιτιατική | εμβαδόν | εμβαδά |
| Κλητική | εμβαδόν | εμβαδά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →