εμβαλάγιο
•
- λόγιοτεμάχιο συσκευασίας Βικιλεξικό
- Για τα οξέα περιστατικά οι συνταγογραφούντες ιατροί θα αναγράφουν στη συνταγή μόνον ένα εμβαλάγιο για κάθε ιδιοσκεύασμα (Οδηγίες συνταγογράφησης φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, Ιατρικός Σύλλογος Επαρχίας Καλύμνου, ανακτήθηκε στις 28/10/2022 https://www.isek.gr/nomothesia/nomoi-kai-proedrika-diatagmata/65-odigies-syntagografisis-farmakeftikon-idioskevasmaton)
Ετυμολογία
εμβαλάγιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐμβαλλάγιον με απλοποίηση γραφής του διπλού συμφώνου και προσαρμογή της κατάληξης στη δημοτική < γαλλική emballage. Συγκρίνετε με το αμπαλάγιο και το αμπαλάζ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβαλάγιο | εμβαλάγια |
| Γενική | εμβαλάγιου / εμβαλαγίου | εμβαλάγιων / εμβαλαγίων |
| Αιτιατική | εμβαλάγιο | εμβαλάγια |
| Κλητική | εμβαλάγιο | εμβαλάγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →