Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμβαλάγιο

/eɱ.vaˈla.ʝi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοτεμάχιο συσκευασίας Βικιλεξικό
    • Για τα οξέα περιστατικά οι συνταγογραφούντες ιατροί θα αναγράφουν στη συνταγή μόνον ένα εμβαλάγιο για κάθε ιδιοσκεύασμα (Οδηγίες συνταγογράφησης φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, Ιατρικός Σύλλογος Επαρχίας Καλύμνου, ανακτήθηκε στις 28/10/2022 https://www.isek.gr/nomothesia/nomoi-kai-proedrika-diatagmata/65-odigies-syntagografisis-farmakeftikon-idioskevasmaton)

Ετυμολογία

εμβαλάγιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐμβαλλάγιον με απλοποίηση γραφής του διπλού συμφώνου και προσαρμογή της κατάληξης στη δημοτική < γαλλική emballage. Συγκρίνετε με το αμπαλάγιο και το αμπαλάζ.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεμβαλάγιοεμβαλάγια
Γενικήεμβαλάγιου / εμβαλαγίουεμβαλάγιων / εμβαλαγίων
Αιτιατικήεμβαλάγιοεμβαλάγια
Κλητικήεμβαλάγιοεμβαλάγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →