εμβαπτίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος εμβαπτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμβαπτίζομαι | εμβαπτίζεσαι | εμβαπτίζεται | εμβαπτιζόμαστε | εμβαπτίζεστε | εμβαπτίζονται |
| Παρατατικός | εμβαπτιζόμουν / εμβαπτιζόμουνα | εμβαπτιζόσουν / εμβαπτιζόσουνα | εμβαπτιζόταν / εμβαπτιζότανε | εμβαπτιζόμασταν / εμβαπτιζόμαστε | εμβαπτιζόσασταν / εμβαπτιζόσαστε | εμβαπτίζονταν / εμβαπτιζόντουσαν |
| Αόριστος | εμβαπτίστηκα | εμβαπτίστηκες | εμβαπτίστηκε | εμβαπτιστήκαμε | εμβαπτιστήκατε | εμβαπτίστηκαν / εμβαπτιστήκαν / εμβαπτιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα εμβαπτίζομαι / θα εμβαπτιστώ | θα εμβαπτίζεσαι / θα εμβαπτιστείς | θα εμβαπτίζεται / θα εμβαπτιστεί | θα εμβαπτιζόμαστε / θα εμβαπτιστούμε | θα εμβαπτίζεστε / θα εμβαπτιστείτε | θα εμβαπτίζονται / θα εμβαπτιστούν / θα εμβαπτιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω εμβαπτιστεί | έχεις εμβαπτιστεί | έχει εμβαπτιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμβαπτιστεί | είχες εμβαπτιστεί | είχε εμβαπτιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εμβαπτιστεί / να εμβαπτίζομαι / να εμβαπτιστώ | να έχεις εμβαπτιστεί / να εμβαπτίζεσαι / να εμβαπτιστείς | να έχει εμβαπτιστεί / να εμβαπτίζεται / να εμβαπτιστεί | να εμβαπτιζόμαστε / να εμβαπτιστούμε | να εμβαπτίζεστε / να εμβαπτιστείτε | να εμβαπτίζονται / να εμβαπτιστούν / να εμβαπτιστούνε |
| Προστακτική | — | εμβαπτίζου / εμβαπτίσου | — | — | εμβαπτίζεστε / εμβαπτιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →