Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμβαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποστολή εμβάσματος ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοεμβαστικά: η δαπάνη που απαιτείται για να αποσταλεί κάποιο έμβασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμβαστικός < εμβάζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμβαστικόςεμβαστικήεμβαστικό
Γενικήεμβαστικούεμβαστικήςεμβαστικού
Αιτιατικήεμβαστικόεμβαστικήεμβαστικό
Κλητικήεμβαστικέεμβαστικήεμβαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμβαστικοίεμβαστικέςεμβαστικά
Γενικήεμβαστικώνεμβαστικώνεμβαστικών
Αιτιατικήεμβαστικούςεμβαστικέςεμβαστικά
Κλητικήεμβαστικοίεμβαστικέςεμβαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →