εμβαστικός
•
- που έχει σχέση με την αποστολή εμβάσματος ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοεμβαστικά: η δαπάνη που απαιτείται για να αποσταλεί κάποιο έμβασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβαστικός < εμβάζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβαστικός | εμβαστική | εμβαστικό |
| Γενική | εμβαστικού | εμβαστικής | εμβαστικού |
| Αιτιατική | εμβαστικό | εμβαστική | εμβαστικό |
| Κλητική | εμβαστικέ | εμβαστική | εμβαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβαστικοί | εμβαστικές | εμβαστικά |
| Γενική | εμβαστικών | εμβαστικών | εμβαστικών |
| Αιτιατική | εμβαστικούς | εμβαστικές | εμβαστικά |
| Κλητική | εμβαστικοί | εμβαστικές | εμβαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →