εμβατίκια
•
- εκκλησιαστικός όροςτα χρήματα που έδιναν κατά τη βυζαντινή εποχή οι ιερείς στον επίσκοπο, για να τους τοποθετήσει (ή αφού τους τοποθέτησε) σε μια (προσοδοφόρα) ενορία Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςέκτακτη (εκκλησιαστική) φορολόγηση Βικιλεξικό
- Tα εμβατίκια ή φιλότιμα ή ζητείαι, άλλως συνοικέσια, δίσκοι, λειτουργικά, παρρησίαι, προθέσεις, ψυχομερίδια ήταν έκτακτη φορολογία, παράλληλα με τις... τακτικές εισφορές. Eπίσης, η λέξη απαντάται και σε μεσαιωνικά λεξικά και σημαίνει τον φόρο των ιερωμένων στον οικείο επίσκοπο. (@ethnos.gr)
- ιδιωματικόη τελετουργική επίσημη είσοδος (και αποδοχή) του γαμπρού στο σπίτι της νύφης για πρώτη φορά Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: μβατίκια
- Τρεῖς χαρὲς εἶχε τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ κυρα-Γαλάτσαινα τοῦ Κασσανδριανοῦ, χήρα τοῦ μακαρίτου ὁμωνύμου πλοιάρχου, ἀποθανόντος πρό τινων ἐτῶν πτωχοῦ μετὰ πολλὰς ἐπιχειρήσεις. Ἡ πρώτη ἦτο ὅτι εἶχε ἀρραβωνίσει πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὴν κόρην της, τὴν Μυρσούδα, μὲ καλὸν γαμβρόν, τὸν Βασίλην τὸν Μπόνον. Ἡ δευτέρα ἦτο ὅτι, σήμερον πρωτοχρονιάν, ἑώρταζε τὴν ἑορτὴν τοῦ ὀνόματός του ὁ ἴδιος ὁ γαμβρός της. Ἡ τρίτη ἦτο ὅτι ἔμελλον νὰ τελεσθῶσι τὴν ἑσπέραν τῆς αὐτῆς ἡμέρας τὰ ἐμβατίκια τοῦ γαμβροῦ εἰς τὴν οἰκίαν της. Ἡ ἰδέα τῆς κυρα-Γαλάτσαινας ἦτον νὰ εἶχον τελεσθῆ τὰ μβατίκια ἀφ᾽ ἑσπέρας, τὴν νύκτα τοῦ παλαιοῦ χρόνου πρὸς τὴν ἀνατολὴν τοῦ νέου, ὅπως θὰ ἦτο πρέπον. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα συχαρίκια)
Ετυμολογία
εμβατίκια < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐμβατίκιον στον πληθυντικό < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐμβαίνω < βαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβατίκια | εμβατίκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | — | εμβατίκια |
| Κλητική | — | εμβατίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →