εμβολισμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμβολίζω Βικιλεξικό
- ειδικότεραιατρική επέμβαση κατά την οποία προκαλείται σκόπιμα φραγή ενός αιμοφόρου αγγείου, ώστε να διακοπεί ή να περιοριστεί η ροή του αίματος σε συγκεκριμένη περιοχή του σώματος για θεραπευτικό σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβολισμός < εμβολίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβολισμός | εμβολισμοί |
| Γενική | εμβολισμού | εμβολισμών |
| Αιτιατική | εμβολισμό | εμβολισμούς |
| Κλητική | εμβολισμέ | εμβολισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →