εμβολοφόρος
•
- μηχανολογίαπου φέρει έμβολα Βικιλεξικό
- εμβολοφόρος μηχανή
- ναυτικός όροςγια σκάφος που έχει πρωραίο έμβολο Βικιλεξικό
- εμβολοφόρο πλοίο
Ετυμολογία
εμβολοφόρος < έμβολ(ο) + -ο- + -φόρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβολοφόρος | εμβολοφόρος | εμβολοφόρο |
| Γενική | εμβολοφόρου | — | εμβολοφόρου |
| Αιτιατική | εμβολοφόρο | — | εμβολοφόρο |
| Κλητική | εμβολοφόρε | — | εμβολοφόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβολοφόροι | — | εμβολοφόρα |
| Γενική | εμβολοφόρων | — | εμβολοφόρων |
| Αιτιατική | εμβολοφόρους | — | εμβολοφόρα |
| Κλητική | εμβολοφόροι | — | εμβολοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →