Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμβολοφόρος

/eɱ.vo.loˈfo.ɾo/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μηχανολογίαπου φέρει έμβολα Βικιλεξικό
    • εμβολοφόρος μηχανή
  2. ναυτικός όροςγια σκάφος που έχει πρωραίο έμβολο Βικιλεξικό
    • εμβολοφόρο πλοίο

Ετυμολογία

εμβολοφόρος < έμβολ(ο) + -ο- + -φόρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμβολοφόροςεμβολοφόροςεμβολοφόρο
Γενικήεμβολοφόρου—εμβολοφόρου
Αιτιατικήεμβολοφόρο—εμβολοφόρο
Κλητικήεμβολοφόρε—εμβολοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμβολοφόροι—εμβολοφόρα
Γενικήεμβολοφόρων—εμβολοφόρων
Αιτιατικήεμβολοφόρους—εμβολοφόρα
Κλητικήεμβολοφόροι—εμβολοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →