Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμβρίθεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η βαρύτητα, η σπουδαιότητα της σκέψης Βικιλεξικό
    • Εικοσιπέντε σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του βιβλίου «Τα όρια της ερμηνείας» στα ελληνικά, ο Ουμπέρτο Έκο (1932-2016) έρχεται να απευθυνθεί σε νέες γενιές και ομάδες αναγνωστών, εξηγώντας με εμβρίθεια, αλλά και χιούμορ, τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να διαβάσουμε τη λογοτεχνία.

Ετυμολογία

εμβρίθεια < ελληνιστική κοινή ἐμβρίθεια < αρχαία ελληνική ἐμβριθής < ἐν + βρίθω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεμβρίθειαεμβρίθειες
Γενικήεμβρίθειαςεμβριθειών
Αιτιατικήεμβρίθειαεμβρίθειες
Κλητικήεμβρίθειαεμβρίθειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →