εμβρυολογικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την εμβρυολογία ή τον εμβρυολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβρυολογικός < εμβρυολογία / εμβρυολόγος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβρυολογικός | εμβρυολογική | εμβρυολογικό |
| Γενική | εμβρυολογικού | εμβρυολογικής | εμβρυολογικού |
| Αιτιατική | εμβρυολογικό | εμβρυολογική | εμβρυολογικό |
| Κλητική | εμβρυολογικέ | εμβρυολογική | εμβρυολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβρυολογικοί | εμβρυολογικές | εμβρυολογικά |
| Γενική | εμβρυολογικών | εμβρυολογικών | εμβρυολογικών |
| Αιτιατική | εμβρυολογικούς | εμβρυολογικές | εμβρυολογικά |
| Κλητική | εμβρυολογικοί | εμβρυολογικές | εμβρυολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →