Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμβρυολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την εμβρυολογία ή τον εμβρυολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμβρυολογικός < εμβρυολογία / εμβρυολόγος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμβρυολογικόςεμβρυολογικήεμβρυολογικό
Γενικήεμβρυολογικούεμβρυολογικήςεμβρυολογικού
Αιτιατικήεμβρυολογικόεμβρυολογικήεμβρυολογικό
Κλητικήεμβρυολογικέεμβρυολογικήεμβρυολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμβρυολογικοίεμβρυολογικέςεμβρυολογικά
Γενικήεμβρυολογικώνεμβρυολογικώνεμβρυολογικών
Αιτιατικήεμβρυολογικούςεμβρυολογικέςεμβρυολογικά
Κλητικήεμβρυολογικοίεμβρυολογικέςεμβρυολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →