εμβρυουλκός
•
- ιατρικήεργαλείο που χρησιμοποιείται στους δύσκολους τοκετούς, ώστε να μπορέσει ο χειρουργός - μαιευτήρας να πιάσει και να τραβήξει το έμβρυο από το κεφάλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβρυουλκός < εμβρυ- (< έμβρυο) + -ουλκος (< έλκω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβρυουλκός | εμβρυουλκοί |
| Γενική | εμβρυουλκού | εμβρυουλκών |
| Αιτιατική | εμβρυουλκό | εμβρυουλκούς |
| Κλητική | εμβρυουλκέ | εμβρυουλκοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →