εμβυσματούμενος
•
- νεολογισμόςπου συνδέεεται με βύσμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβυσματούμενος < εμ- + βύσμα + -ούμενος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβυσματούμενος | εμβυσματούμενη | εμβυσματούμενο |
| Γενική | εμβυσματούμενου | εμβυσματούμενης | εμβυσματούμενου |
| Αιτιατική | εμβυσματούμενο | εμβυσματούμενη | εμβυσματούμενο |
| Κλητική | εμβυσματούμενε | εμβυσματούμενη | εμβυσματούμενο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβυσματούμενοι | εμβυσματούμενες | εμβυσματούμενα |
| Γενική | εμβυσματούμενων | εμβυσματούμενων | εμβυσματούμενων |
| Αιτιατική | εμβυσματούμενους | εμβυσματούμενες | εμβυσματούμενα |
| Κλητική | εμβυσματούμενοι | εμβυσματούμενες | εμβυσματούμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →