εμβόλιση
•
- σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμβολίζω, δηλαδή η πρόσκρουση ενός μέσου (πλοίου ή οχήματος) με το πρόσθιο τμήμα του πάνω σε άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβόλιση < εμβολίζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβόλιση | εμβολίσεις |
| Γενική | εμβόλισης | εμβολίσεων |
| Αιτιατική | εμβόλιση | εμβολίσεις |
| Κλητική | εμβόλιση | εμβολίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →