εμβύθιση
•
- λόγιοη ενέργεια ή κατάσταση κατά την οποία κάτι εισέρχεται και παραμένει μέσα σε υγρό ή άλλο μέσο, ώστε να καλύπτεται πλήρως από αυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάη έντονη ψυχολογική ή αισθητηριακή απορρόφηση κάποιου σε ένα περιβάλλον —ιδίως ψηφιακό— σε βαθμό που να βιώνεται ως άμεση (ωσεί παρών) εμπειρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβύθιση < εμβυθίζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβύθιση | εμβυθίσεις |
| Γενική | εμβύθισης | εμβυθίσεων |
| Αιτιατική | εμβύθιση | εμβυθίσεις |
| Κλητική | εμβύθιση | εμβυθίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →