εμμέσως πλην σαφώς
•
- λόγιοπλαγίως ή κάπως συγκαλυμμένα αλλά και με τρόπο που δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας Βικιλεξικό
- εμμέσως πλην σαφώς μου είπε να μην της κάνω πρόταση διότι δεν σκοπεύει να τη δεχθεί
Ετυμολογία
εμμέσως πλην σαφώς → δείτε τις λέξεις εμμέσως, πλην και σαφώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →