Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμμηνοπαυσιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την εμμηνόπαυση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμμηνοπαυσιακός < εμμηνόπαυση

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμμηνοπαυσιακόςεμμηνοπαυσιακήεμμηνοπαυσιακό
Γενικήεμμηνοπαυσιακούεμμηνοπαυσιακήςεμμηνοπαυσιακού
Αιτιατικήεμμηνοπαυσιακόεμμηνοπαυσιακήεμμηνοπαυσιακό
Κλητικήεμμηνοπαυσιακέεμμηνοπαυσιακήεμμηνοπαυσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμμηνοπαυσιακοίεμμηνοπαυσιακέςεμμηνοπαυσιακά
Γενικήεμμηνοπαυσιακώνεμμηνοπαυσιακώνεμμηνοπαυσιακών
Αιτιατικήεμμηνοπαυσιακούςεμμηνοπαυσιακέςεμμηνοπαυσιακά
Κλητικήεμμηνοπαυσιακοίεμμηνοπαυσιακέςεμμηνοπαυσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →