εμμονοκρατία
•
- φιλοσοφίαφιλοσοφική θεώρηση κατά την οποία το αποτέλεσμα ενυπάρχει στην αιτία που το προκάλεσε και το αντίθετο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμμονοκρατία < εμμονή + -ο- + -κρατία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική immanence)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμμονοκρατία | εμμονοκρατίες |
| Γενική | εμμονοκρατίας | εμμονοκρατιών |
| Αιτιατική | εμμονοκρατία | εμμονοκρατίες |
| Κλητική | εμμονοκρατία | εμμονοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →