Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπάργκο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοη απαγόρευση, από μια κυβέρνηση, του απόπλου ή κατάπλου ξένων πλοίων από την επικράτεια του κράτους Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασημέτρο που τείνει στον εμποδισμό ελεύθερης κυκλοφορίας ενός εμπορεύματος· η απαγόρευση εξαγωγής ενός (ή πολλών) τύπου(-ων) εμπορευμάτων προς ένα άλλο κράτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμπάργκο < αγγλική embargo < ισπανική embargar < δημώδης λατινική *imbarricāre < in- + *barra (ίσως < γαλατική *barros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰer-)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →