εμπάργκο
•
- παρωχημένοη απαγόρευση, από μια κυβέρνηση, του απόπλου ή κατάπλου ξένων πλοίων από την επικράτεια του κράτους Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημέτρο που τείνει στον εμποδισμό ελεύθερης κυκλοφορίας ενός εμπορεύματος· η απαγόρευση εξαγωγής ενός (ή πολλών) τύπου(-ων) εμπορευμάτων προς ένα άλλο κράτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπάργκο < αγγλική embargo < ισπανική embargar < δημώδης λατινική *imbarricāre < in- + *barra (ίσως < γαλατική *barros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰer-)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →